Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

Χαρακτική σε χαλκό




Χαρακτική είναι η τέχνη της εγχάραξης μιας σκληρής επίπεδης επιφάνειας με σκοπό τη δημιουργία διακοσμητικών σχεδίων σ' αυτήν την επιφάνεια. Ανάλογα με το υλικό της επιφάνειας γίνεται λόγος για ξυλογραφία (χαρακτική στο ξύλο), λιθογραφία (χαρακτική στην πέτρα), χαλκογραφία (χαρακτική στον χαλκό), κ.λπ. Η γαλλικής προέλευσης λέξη γκραβούρα είναι ένας άλλος κοινός όρος για χαρακτικά έργα (συνήθως χαλκογραφίες). Μέχρι την ανακάλυψη της φωτογραφίας και της εκτύπωσης offset, με την χαρακτική στο χέρι γίνονταν η δημιουργία πλακών για την αναπαραγωγή εικόνων σε βιβλία, γραμματόσημα, κ.λπ. 

Η χαλκογραφία είναι γνωστή στην Ευρώπη από τον 15ο αιώνα. Πρόγονός της είναι το niello, κράμα χαλκού, μολύβδου και αργύρου, το οποίο έβαζαν οι χρυσοχόοι της Αναγέννησης στα χαράγματά τους, για να φαίνονται πιο εντυπωσιακά τα κοσμήματα πάνω στην επιφάνεια των μετάλλων. Παλαιότερα πίστευαν ότι η χαλκογραφία συνδέεται με ένα τυχαίο περιστατικό: ο Τοσκανός χρυσοχόος του 15ου αιώνα στη Φλωρεντία Μάζο ντι Αντόνιο Φινιγκουέρα (1426-1464), για να δει το αποτύπωμα εικόνας της Ειρήνης, που είχε χαράξει πάνω στο μέταλλο ενός σπαθιού, γέμισε με καπνιά τα σκαλίσματά του, έβρεξε ένα χαρτί και το πίεσε στις χαράξεις. Το αποτύπωμα αυτό ήταν η πρώτη χαλκογραφία. 





Εργοστάσιο κατασκευής χάρτου. 
Χαλκογραφία, Παρίσι 1767


Η τεχνική της χαλκογραφίας περιλαμβάνει επιμέρους μεθόδους: τη χαλκογραφία με οπές, τη γραμμική χαλκογραφία και τη βελονογραφία (γνωστές από τον 15ο αιώνα), τη γραμμική οξυγραφία (γνωστή από τον 16ο αιώνα), την ξεστή χαλκογραφία (γνωστή από τον 17ο αιώνα), τη χαλκογραφία μίμησης μολυβιού, τη χαλκογραφία με στιγμές, την τονική οξυγραφία και την οξυγραφία μαλακού βερνικιού (γνωστές από τον 18ο αιώνα).


Μέθοδοι χάραξης
Οι παράγοντες που συνέβαλαν στην επικράτηση της τεχνικής αυτής είναι, η καλύτερη ποιότητα στην απόδοση των λεπτομερειών του θέματος και η μεγαλύτερη αντοχή της χαλκογραφικής πλάκας που μπορούσε να δημιουργήσει περισσότερα αντίγραφα, παρά τα προβλήματα που συνεπαγόταν το γεγονός ότι ήταν πιο δύσκολη και ακριβή στην κατασκευή της. Η χαλκογραφία ανταποκρινόταν περισσότερο στις απαιτήσεις της εποχής που κυοφορούσε το Διαφωτισμό, η οποία επιζητούσε μεγαλύτερη ακρίβεια στην απεικόνιση και καλύτερη τεκμηρίωση. 



Δημήτρης Γαλάνης (1879-1966),
«Φρουτιέρα», 1919, χαλκογραφία.

Στην χαλκογραφία το θέμα δεν είναι ανάγλυφο, όπως στην ξυλογραφία, αλλά εσώγλυφο, χαραγμένο δηλαδή με ένα μυτερό και σκληρό εργαλείο (μπουρέν - burin) στην αρχή ή με οξέα αργότερα, πάνω σε ένα φύλλο χαλκού ή άλλου μαλακού μετάλλου. Η εκτύπωση του θέματος είναι βαθυτυπική. Ο τυπογράφος απλώνει στην χαλκογραφική πλάκα το μελάνι, το οποίο εισχωρεί στις χαραγές. Στη συνέχεια, η επιφάνεια της πλάκας σκουπίζεται με ειδικό εργαλείο, ώστε να μείνει μελάνι μόνο στα βαθύτερα χαραγμένα σημεία, από τα οποία με κατάλληλη πίεση μεταφέρεται στο χαρτί. Η παλιότερη τεχνική της χαλκογραφίας είναι η λεγόμενη «manire criblιe», όπου το θέμα «ζωγραφίζεται» χαράσσοντας και χτυπώντας τον χαλκό με καλέμι. Όταν όμως στις αρχές του 17ου αι. τελειοποιούνται οι μέθοδοι χάραξης με οξέα (τεχνική «ο φορτ», eau fort ή aqua forte) η χαλκογραφία αποκτά μεγάλες εκφραστικές δυνατότητες. Αυτές εξερευνούν -και ως ένα βαθμό εκμεταλλεύονται- οι ζωγράφοι που επιθυμούν να κάνουν το όνομά τους ευρύτερα γνωστό και να ανεβάσουν την αξία των έργων τους. Ανάμεσα σ’ αυτούς συγκαταλέγονται οι μεγάλοι ζωγράφοι Rubens, Anthony van Dyck, Rembrandt κ.ά. 


Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, 1687

Η κλασσική μέθοδος χαλκογραφίας
Στην τεχνική της χαλκογραφίας το σχέδιο γράφεται απευθείας ή με καρμπόν ή φύλλο ζελατίνας πάνω στην επιφάνεια της χάλκινης πλάκας, που είναι καλά καθαρισμένη. Ο χαράκτης χρησιμοποιεί, ανάλογα με τη μέθοδο που έχει επιλέξει, καλέμι, ή ροδέλα ή βελόνα ή διάλυμα νιτρικού οξέος ή ακιδωτό παλινδρομικό ξυστήρα (berceau). Έπειτα, ξύνει την πλάκα του χαλκού με τον ξυστήρα (ebarboir / grattoir), κάνοντας λεία τη χαραγμένη επιφάνεια. Προτού τυπώσει, ζεσταίνει τη χάλκινη πλάκα σε θερμαινόμενη επιφάνεια, περνώντας μελάνι στις χαράξεις. Κατόπιν τη σκουπίζει. 


Υλικά και εργαλεία χαλκογραφίας

Τέλος, την τοποθετεί στο πιεστήριο, αφού βάλει πάνω από το νοτισμένο χαρτί τσόχες, για να εξουδετερώνονται οι πιέσεις που ασκούνται. Ακολουθεί η εκτύπωση του πρώτου δοκιμίου. Όπως και στην ξυλογραφία, σε όλες τις μεθόδους της χαλκογραφίας η χάραξη του σχεδίου γίνεται αντίστροφα, προκειμένου να τυπωθεί κανονικά η εικόνα από την πλάκα. Ο αριθμός των αντιτύπων της χαλκογραφίας είναι μεγαλύτερος από εκείνον της ξυλογραφίας. Η έγχρωμη χαλκογραφία προϋποθέτει διαφορετική χάλκινη πλάκα για κάθε χρώμα. Σε άλλες χαλκογραφίες το χρώμα έχει προστεθεί μετά την εκτύπωση, με το χέρι (επιχρωματισμένες χαλκογραφίες).


Εκτύπωση με πλάκα χαλκογραφίας

Η χαλκογραφία με νιτρικό οξύ
Η χαλκογραφία με νιτρικό οξύ (etching) κατασκευάζεται σε γενικές γραμμές ως εξής: ο τεχνίτης απλώνει επάνω στο φύλλο του χαλκού ένα υλικό (βάση) που αντέχει στο οξύ και αποτελείται από κερί, άσφαλτο και ρητίνη. Μόλις η βάση στερεοποιηθεί και σχηματίσει πάνω από το μέταλλο ένα στρώμα, ο χαράκτης σχεδιάζει το θέμα του με την βοήθεια ενός λεπτού και μυτερού εργαλείου πάνω στο κερί χαράσσοντάς το. Στην πραγματικότητα αυτό που κάνει είναι να απομακρύνει από ορισμένα σημεία το ανθεκτικό στο οξύ στρώμα του κεριού ώστε να αποκαλυφθεί το μέταλλο. Μόλις ολοκληρωθεί η χάραξη της παράστασης ή ενός μέρους της με το χέρι, αρχίζει η διαδικασία της χάραξης με το οξύ, η οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες ξεκινούν από τις πιο σκουρόχρωμες περιοχές της εικόνας, οι οποίες θα πρέπει να είναι βαθύτερα χαραγμένες, έτσι ώστε στην εκτύπωση να συγκρατούν περισσότερο μελάνι. Η εργασία συνεχίζεται χαράσσοντας και υποβάλλοντας σταδιακά στην διάβρωση του οξέος τις πιο ανοιχτόχρωμες περιοχές της εικόνας. 




Η ζήτηση για αναπαραγωγές ζωγραφικών έργων, χάρτες, απεικονίσεις γνωστών μνημείων και εικόνες ή σχέδια επιστημονικού και εκπαιδευτικού ενδιαφέροντος αυξάνεται κατακόρυφα γύρω στα μέσα του 17ου αι. Χαρακτικά υπογεγραμμένα από διάσημους καλλιτέχνες τυπώνονται σε περιορισμένο αριθμό αντιγράφων και γίνονται ανάρπαστα στους κύκλους των πλούσιων αστών, ενώ παράλληλα κυκλοφορούν χαμηλότερης ποιότητας αναπαραγωγές που απευθύνονταν σε πιο λαϊκό κοινό. Στην προσπάθειά τους να ικανοποιήσουν τις ανάγκες μιας ολοένα και πιο απαιτητικής αγοράς, οι χαράκτες εφευρίσκουν νέες τεχνικές, όπως η «aquatinta» (ακουατίντα) και η «mezzotinta» (μετζοτίντα), χάρη στις οποίες καθίσταται για πρώτη φορά δυνατό να αποδοθούν χαλκογραφικά οι ενδιάμεσοι (γκρίζοι) τόνοι μιας εικόνας. 

Γιάννης Κεφαλληνός (1894-1957), Το άλογο


Αquatinta
Η ακουατίντα, εφευρέτης της οποίας θεωρείται ο Jan van de Velde (1650), ξεκίνησε σαν μια προσπάθεια μίμησης της υδατογραφίας (από αυτήν άλλωστε πήρε και το όνομά της). Ως βάση χρησιμοποιεί διάλυμα ή σκόνη ρητίνης. Η κοκκώδης αυτή βάση απλώνεται πάνω στο μέταλλο, το οποίο θερμαίνεται ώστε οι κόκκοι της ρητίνης να κολλήσουν μεταξύ τους και να στερεωθούν στην επιφάνεια. Στη συνέχεια ο τεχνίτης βάφει τις πιο ανοιχτόχρωμες περιοχές του θέματος με βερνίκι ανθεκτικό στο οξύ και ξεκινά τη διαδικασία της διάβρωσης, όπως ακριβώς και στην τεχνική ακουαφόρτε. Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι στην ακουατίντα οι κόκκοι της ρητίνης αναγκάζουν το οξύ να χαράξει το μέταλλο με τέτοιο τρόπο, ώστε να σχηματιστούν στην επιφάνειά του πολλές μικρές κουκκίδες, οι οποίες όταν τυπώνονται στο χαρτί εμφανίζονται σαν μικρές μαύρες στιγμές. Το μέγεθος και η απόσταση των στιγμών εξαρτάται από τον χρόνο έκθεσης στο οξύ.

Gartentor. Aquatinta, Heidy Stangenberg-Merck


Μezzotinta
Με ανάλογο τρόπο αποδίδονται οι ενδιάμεσοι τόνοι και στη μετζοτίντα. Στην τεχνική όμως αυτή οι κουκκίδες δεν χαράσσονται με οξύ εκ των υστέρων, αλλά «κατασκευάζονται» εξ αρχής από τον χαράκτη με τη βοήθεια ενός ειδικού οδοντωτού εργαλείου (roulette). Η διαδικασία αυτή, που αποσκοπεί στο να καταστήσει το μέταλλο ικανό να δεχθεί το μελάνι, είναι γνωστή με τον όρο «γρανάρισμα». Μόλις η μεταλλική επιφάνεια δουλευτεί και «αγριέψει» ικανοποιητικά, ο καλλιτέχνης ζωγραφίζει το θέμα του τρίβοντας κατάλληλα και λειαίνοντας τα σημεία που επιθυμεί να είναι πιο ανοιχτόχρωμα. Η μετζοτίντα εφευρέθηκε από τον Γερμανό χαράκτη Ludwig von Siegen το 1641. Το θέμα λοιπόν στις ημιτονικές τεχνικές δεν αποδίδεται συμπαγές αλλά «διασπασμένο» σε μικρές κουκκίδες, σχεδόν αόρατες με γυμνό μάτι. 


Τεχνική mezzotinta 

Στην Ελλάδα, η σύγχρονη χαρακτική έκανε την εμφάνισή της στα μέσα του 19ου αι., αλλά έλαβε τον χαρακτήρα καλλιτεχνικής δημιουργίας αργότερα, στα χρόνια του Μεσοπολέμου, από τους πολύ γνωστούς χαράκτες Δημήτρη Γαλάνη και Γιάννη Κεφαλληνό.

Γιάννης Κεφαλληνός (1894-1957)



Σχετικά θέματα


Πηγές 

  • Ιστορία της τυπογραφίας, εκδόσεις Ιτανός 
  • Χαλκογραφία, www.haraktiki.gr
  • Βιθυνός Μ., Εισαγωγή στην Τεχνολογία των Εκτυπώσεων, Αθήνα 1989
  • Μαστορίδης Κλ., Θέματα Αναπαραγωγής και Εκτύπωσης, Θεσσαλονίκη 1988

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου