Σάββατο, 12 Ιουλίου 2014

Τυπώνοντας Ψηφιακά



Κείμενο & φωτογραφίες:
Μιχάλης Καλούδης 
περιοδικό CMYK

Η μεγάλη εξέλιξη στις γραφικές τέχνες ήταν αδιαμφισβήτητα η προσθήκη σε αυτές της ψηφιακής εκτύπωσης. Με τον όρο «ψηφιακή εκτύπωση», δεν εννοούμε την ευρείας διάστασης, inkjet εκτύπωση αλλά τα ψηφιακά πιεστήρια όπως τη Xeikon, την iGen, την Indigo και άλλες. Η τεχνολογία λοιπόν αυτή, ήρθε να λύσει προβλήματα που υπήρχαν στην offset εκτύπωση, όπως το υψηλό κόστος στα μικρά τιράζ, και να προσθέσει νέες δυνατότητες όπως τα μεταβλητά δεδομένα.
Σήμερα, ολοένα και περισσότερες εργασίες τυπώνονται ψηφιακά, αφού το κόστος τους είναι σημαντικά μειωμένο όταν πρόκειται για μικρά τιράζ. Η ποιότητα εκτύπωσης άλλωστε των ψηφιακών πιεστηρίων, λέγεται, ότι είναι πια εφάμιλλη της offset.
Είναι όμως πράγματι έτσι;

Σε γενικές γραμμές, θα λέγαμε πως είναι. Όμως, υπό προϋποθέσεις. Επειδή η ψηφιακή εκτύπωση ήρθε να «αντικαταστήσει» την offset εκτύπωση στα μικρά τιράζ, επακόλουθο ήταν να υπάρξει η σύγκριση μεταξύ των δύο μεθόδων. Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά. Η ψηφιακή εκτύπωση είναι μια άλλου είδους εκτύπωση, με διαφορετικά δεδομένα και με τα δικά της μειονεκτήματα και προτερήματα. Όσον αφορά στα προτερήματα, τα εκμεταλλευόμαστε στο έπακρο. Όσον αφορά στα μειονεκτήματα όμως, ορισμένα πρέπει να τα αποφεύγουμε και κάποια να τα… ξεγελάσουμε!
Στο άρθρο αυτό, θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε μία-μία τις απαιτήσεις που έχει ένα έγγραφο, όταν πρόκειται να τυπωθεί ψηφιακά, ξεκινώντας από την αρχή, δηλαδή από τη λευκή σελίδα, έως και το στάδιο της μετεκτύπωσης.
Σκοπός του άρθρου αυτού δεν είναι να λειτουργήσει εις βάρος της δημιουργικότητας του γραφίστα, αλλά να του υποδείξει τα προβλήματα που ενδέχεται να παρουσιαστούν, κατά την προετοιμασία μιας δουλειάς, και στη συνέχεια να προτείνει πιθανές λύσεις.

Βασικοί κανόνες
Όσο απλοϊκό και αν φαίνεται, τα περισσότερα μαγαζιά ψηφιακών εκτυπώσεων καθημερινά αντιμετωπίζουν προβλήματα που οφείλονται σε μη τήρηση βασικών κανόνων γραφιστικής από τους σχεδιαστές.

  • Πρώτος και βασικός κανόνας είναι η χρήση του κατάλληλου λογισμικού. Έχει τεράστια σημασία για την παραγωγή ποιοτικού αποτελέσματος. Αποφεύγουμε λοιπόν να χρησιμοποιούμε όλες εκείνες τις εφαρμογές που δουλεύουν μόνο σε RGB χρωματικό χώρο, όπως για παράδειγμα αυτές του Office της Microsoft!!!
  • Αν θέλουμε να σχεδιάσουμε ένα μονόφυλλο μεγέθους 10x20 cm, δημιουργούμε έγγραφο με τις ίδιες διαστάσεις. Δεν δημιουργούμε μεγαλύτερο (π.χ. Α4) και σχεδιάζουμε μέσα την εργασία μας αφήνοντας άχρηστο λευκό περιθώριο.
  • Προσέχουμε να υπάρχουν τα σωστά περιθώρια (περίπου 5mm) για να μην αντιμετωπίσουμε πρόβλημα με το μαχαίρι.
  • Πρέπει επίσης να έχουμε κατά νου ότι οι περισσότερες ψηφιακές μηχανές λειτουργούν με τροφοδοσία φύλλου που κυμαίνεται από Α3+ έως και 34x49 cm, συμπεριλαμβανομένων των απαραίτητων ξακρισμάτων (εξαιρούνται ορισμένα μοντέλα της HP Indigo και οι μηχανές Xeikon που έχουν τροφοδοσία ρολού). Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει κάποιος περιορισμός στο μέγεθος της εργασίας μας και θα πρέπει να συμβουλευόμαστε τον τυπογράφο μας για τις δυνατότητες που μας δίνονται.
  • Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως των ψηφιακών μηχανών, που χρησιμοποιούν toner, παρουσιάζεται στο «στρώσιμο» του χρώματος και αυτό οφείλεται στην ίδια την τεχνολογία τους. Τα σταγονίδια του toner επικολλώνται στο χαρτί με τη βοήθεια ηλεκτρισμού, γεγονός που τις καθιστά ιδιαίτερα ευαίσθητες στην υγρασία και στις διαφορετικές ηλεκτρικές τάσεις που αναπτύσσονται μέσα στη μηχανή.

Επιφάνειες με ενιαίο χρώμα
Όταν έχουμε μεγάλες επιφάνειες με ενιαίο χρώμα, οι μηχανές, κατά κανόνα, αδυνατούν να «στρώσουν» το χρώμα ομοιόμορφα σε όλη την επιφάνεια και παρουσιάζονται «νερά» ή/και γραμμές κατά μήκος της εργασίας μας.
Την παραπάνω αδυναμία μπορούμε να την αποφύγουμε δίνοντας στο Photoshop κάποιο μοτίβο ή υφή στις μεγάλες αυτές επιφάνειες, για παράδειγμα με το φίλτρο «Clouds» ή προσθέτοντας «θόρυβο» (noise) στην επιφάνειά μας. Μάλιστα, για να έχουμε καλύτερα αποτελέσματα, η ένταση του «θορύβου» θα πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 3% και 20%, με την επιλογή «μονοχρωματική» ατσεκάριστη, ώστε να προσθέσουμε πληροφορία απ’ όλα τα χρώματα. Προσοχή όμως! Όσο περισσότερο θόρυβο προσθέτουμε, τόσο περισσότερο σκουραίνει το χρώμα μας και ίσως χρειαστούν κάποιες προσαρμογές, ιδίως στα φωτεινά χρώματα. Η μέθοδος αυτή εξομαλύνει τις επιφάνειες στο 70% των περιπτώσεων. Το αρνητικό είναι η αύξηση που θα έχουμε στο μέγεθος του αρχείου μας, καθώς ένα μπλοκ αντικειμένου σε κάποια σελιδοποιητική εφαρμογή, θα πρέπει να μετατραπεί σε εικόνα υψηλής ανάλυσης.

Ντεγκραντέ
Το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίζουν οι ψηφιακές μηχανές και στα ντεγκραντέ, όπου εφαρμόζουμε την ίδια διαδικασία (προσθήκη θορύβου).
Όταν υπάρχουν ντεγκραντέ με μεγάλες διαβαθμίσεις (π.χ. από σκούρο μπλε σε ανοιχτό μπεζ), η μετάβαση από το ένα χρώμα στο άλλο δεν γίνεται ομαλά αλλά κάνουν την εμφάνισή τους απότομα «σκαλοπάτια». Το ίδιο πρόβλημα υπάρχει και όταν το ντεγκραντέ μας σβήνει σε λευκό, ενώ γίνεται σοβαρότερο όταν το ντεγκραντέ μας αποτελείται από ένα και μόνο χρώμα (π.χ. από 100%Κ σε 0%Κ).
Η προσθήκη θορύβου είναι και εδώ απαραίτητη αλλά με όριο έντασης το 3%. Σε αντίθετη περίπτωση ο θόρυβος αρχίζει να γίνεται ορατός στο λευκό φόντο δια γυμνού οφθαλμού, αλλοιώνοντας το αποτέλεσμα.





Εικόνες
Ένα σημείο όπου οι ψηφιακές εκτυπωτικές μηχανές κάνουν πολύ καλά τη δουλειά τους, είναι στην εκτύπωση φωτογραφιών. Ακόμα και σε μεγάλα μεγέθη. Μπορούμε λοιπόν, να εκμεταλλευτούμε το γεγονός αυτό προσθέτοντας αρκετές φωτογραφίες στην εργασία μας. Τα έντονα χρώματα των φωτογραφιών τυπώνονται καλύτερα σε μία ψηφιακή πρέσα. Ορισμένες μηχανές μάλιστα, διαθέτουν και ειδικά μελάνια (light cyan, vivid cyan κ.λπ.) ώστε να μπορούν να παράγουν ακόμα μεγαλύτερη γκάμα χρωμάτων. Το πόσο καλά θα τυπωθούν οι φωτογραφίες, φυσικά, εξαρτάται από το πόσο καλές είναι αυτές εξαρχής. Με μία κακής ποιότητας φωτογραφία δεν μπορούν να γίνουν θαύματα. Προσέχουμε τη συμπίεση που ορίζουμε στις εικόνες μας, καθώς οι αλλοιώσεις που δημιουργούνται από ορισμένα φορμά συμπίεσης (Jpeg) είναι πιο εμφανείς στην ψηφιακή εκτύπωση συγκριτικά με την offset.

Παλ χρώματα
Όπως αναφέραμε και παραπάνω, οι ψηφιακές εκτυπωτικές μηχανές έχουν ορισμένες…ευαισθησίες. Οι ευαισθησίες αυτές επηρεάζουν την αποτύπωση χρωμάτων με κοντινές ή πολύ μικρές δυνάμεις όπως για παράδειγμα ένα βιολετί χρώμα με ποσοστά C:70 M:80 Y:0 K:10 ή ένα φωτεινό χρώμα όπως το C:5 M:10 Y:20 K:0. Σε περίπτωση, λοιπόν που η εργασία μας περιέχει τέτοια χρώματα, καλό θα ήταν να τυπώσουμε ένα δοκιμαστικό φύλλο -με παραπλήσιες δυνάμεις- στη μηχανή που θα τυπωθεί η τελική εργασία μας, ώστε να καταλήξουμε στο ιδανικό ποσοστό χρώματος.

Μικρά γράμματα και λεπτές γραμμές
Ένα δεύτερο σημείο στο οποίο οι ψηφιακές μηχανές τα καταφέρνουν πολύ καλά είναι στην αποτύπωση πολύ μικρών στοιχείων και ιδιαιτέρως λεπτών γραμμών.
Μπορούμε για παράδειγμα να τυπώσουμε κείμενο, μεγέθους ακόμα και 4pt, χωρίς να ανησυχούμε για «σπασίματα» και ανεπιθύμητα «μπουκώματα» γραμμάτων, ενώ γραμμές με πάχος έως και 0,10 pt (hairline) αποδίδονται, κατά κανόνα, χωρίς την παραμικρή ατέλεια. Μεγάλο προτέρημα για εκτύπωση πολύπλοκων illustrators.





Επιφάνειες με μαύρο
Η λογική του «πλούσιου» μαύρου ισχύει και στην ψηφιακή τεχνολογία. Αν προσθέσουμε δηλαδή δυνάμεις άλλων χρωμάτων σε μία μαύρη επιφάνεια αυτή θα αποτυπωθεί πιο «στιβαρή» και κατά συνέπεια πιο όμορφη. Σωστότερο είναι να προσθέτουμε δυνάμεις από όλα τα χρώματα και όχι μόνο του Κυανού, όπως συνηθίζεται στην offset εκτύπωση. Εδώ, δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη φόρμουλα για τα ποσοστά των δυνάμεων των CMY χρωμάτων, καθώς η κάθε μηχανή έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες. Εξαίρεση στον κανόνα αποτελεί η ψηφιακή μηχανή της Xerox, iGen, καθώς τυπώνει το C:0 M:0 Y:0 K:100 πολύ πιο σκούρο από το C:60 M:40 Y:40 K:100!

Προετοιμασία αρχείου προς εκτύπωση
Αφού ολοκληρωθεί, σχεδιαστικά, η εργασία μας, ακολουθεί η  προετοιμασία του αρχείου για εκτύπωση. Προτού προχωρήσουμε στο «κλείσιμο» του αρχείου ή την παράδοση της εργασίας μας σε ανοιχτή μορφή (θα ασχοληθούμε παρακάτω με αυτά τα δύο) πρέπει να ελεγχθούν κάποια πράγματα:
Ελέγχουμε ότι όλες οι εικόνες μας είναι γυρισμένες σε CMYK. Αν RGB εικόνες μετατραπούν σε CMYK στο RIP της μηχανής, ενδεχομένως να μην έχουμε το αποτέλεσμα που επιθυμούμε. Οι εικόνες μπορεί να αποτυπωθούν πιο σκούρες ή «λασπωμένες» χωρίς να μας δίνεται η δυνατότητα να τις διορθώσουμε. Επίσης, μπορεί –αυτό εξαρτάται από το εκάστοτε RIP- να μην τυπωθούν και καθόλου!
Στην περίπτωση που η εργασία μας περιέχει Pantone χρώματα, πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν μας ότι αυτά θα τυπωθούν με CMYK. Τα ψηφιακά εκτυπωτικά συστήματα τυπώνουν με χρώματα τετραχρωμίας και η απόδοση κάποιου Pantone γίνεται με CMYK χρώματα είτε μέσω του RIP, είτε χειροκίνητα. Επειδή λοιπόν όλες οι μηχανές έχουν ενσωματωμένο software αντιστοίχησης των Pantone χρωμάτων, καλό θα ήταν να αφήνουμε τα αντικείμενά μας ορισμένα ως Pantone και να αφήσουμε τη μηχανή να κάνει τα υπόλοιπα.
Πρέπει δε, να προσέξουμε αυτά να είναι ορισμένα σωστά, ως Pantone, από την αντίστοιχη παλέτα και να μην δημιουργούμε μόνοι μας ένα ατόφιο χρώμα ονομάζοντάς το «Ayto einai to Pantone 128CVC» γιατί το RIP δεν θα το καταλάβει!
Στην περίπτωση που πρέπει να τυπωθεί οπωσδήποτε ένα Pantone χρώμα με Pantone μελάνια, θα πρέπει να επιλέξουμε μαγαζί με HP Indigo μηχανή, αφού είναι η μόνη που έχει αυτή τη δυνατότητα μέσω των IndiChrome OffPress και IndiChrome OnPress μελανιών της.
Αποφεύγουμε να χρησιμοποιούμε στην εργασία μας πολύπλοκα εφέ και επιτυπώσεις διαφανειών που μας δίνονται από εφαρμογές που κατά βάση είναι σελιδοποιητικές (π.χ. Corel, InDesign, QuarkXpress).
Όποια σκίαση ή ειδικό εφέ χρειαζόμαστε, θα πρέπει, ιδανικά, να δημιουργείται από εφαρμογή διαχείρισης γραφικών π.χ. Photoshop, γιατί σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει πιθανότητα να "χτυπήσει" το αρχείο στο RIP της μηχανής ή να μην αποτυπωθεί σωστά στην τελική εκτύπωση.
Ελέγχουμε ότι υπάρχουν τα απαραίτητα ξακρίσματα (τουλάχιστον 3mm).
Αν η εργασία μας έχει πικμάνσεις, τοποθετούμε τα σημάδια στα κατάλληλα σημεία.
Συναρμογή. Κάποιες μηχανές την κάνουν αυτόματα κάποιες όχι. Πριν προχωρήσουμε σε οποιαδήποτε σχετική ενέργεια, μιλάμε με τον τυπογράφο μας. Καλό θα ήταν, και σε αυτήν την περίπτωση, να ζητήσουμε μία δοκιμαστική εκτύπωση της εργασίας μας πριν ξεκινήσουμε την παραγωγή.

Ανοιχτά αρχεία

Εάν παραδίδουμε ανοιχτό αρχείο προς εκτύπωση, θα πρέπει να συμπεριλάβουμε όλες τις εικόνες και όλες τις γραμματοσειρές που χρησιμοποιήσαμε. Προσοχή! Δεν εσωκλείουμε (embed) τις εικόνες μας, αλλά τις παραδίδουμε μαζί με την υπόλοιπη εργασία. Επίσης, προσέχουμε να συμπεριλάβουμε και τις γραμματοσειρές που μπορεί να χρησιμοποιούν eps αρχεία.

Κλειστά αρχεία
Εάν παραδίδουμε κλειστό αρχείο προς εκτύπωση (.pdf ή .ps), θα πρέπει να συμβουλευτούμε τον τυπογράφο μας για τις προδιαγραφές που πρέπει να έχει το κάθε φορμά.

Παράμετροι εκτύπωσης

Θα πρέπει να γίνει με προσοχή η επιλογή του χαρτιού. Ορισμένα χαρτιά «στρώνουν» καλύτερα ενώ άλλα όχι. Συμβουλευόμαστε τον τυπογράφο μας για την καταλληλότερη επιλογή και ελέγχουμε τη διαθεσιμότητά τους. Ένα από τα πλεονεκτήματα της ψηφιακής εκτύπωσης άλλωστε είναι η ταχύτητα και είναι κρίμα να καθυστερούμε επειδή δεν είναι διαθέσιμο το χαρτί που έχουμε επιλέξει.
Εάν παραδώσουμε την εργασία μας μαζί με κάποιο δοκίμιο, καλό θα ήταν να ζητήσουμε ένα δείγμα εκτύπωσης ώστε να τα συγκρίνουμε. Άλλωστε αυτό είναι το καλό με την ψηφιακή εκτύπωση. Η ευελιξία που μας παρέχει στην παραγωγή ακόμα και ενός αντιτύπου.

Παράμετροι μετεκτύπωσης
Πίκμανση. Πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί όταν τυπώνουμε ψηφιακά, σε μηχανές που χρησιμοποιούν toner, εάν υπάρχει θέμα/χρώμα πάνω στις πικμάνσεις. Επειδή το toner «κάθεται» στην επιφάνεια του χαρτιού και δεν απορροφάται από αυτό, τείνει να «σπάει» όταν περνάει πάνω από την πίκμανση. Μπορούμε να…ξεγελάσουμε το πρόβλημα αυτό, βάζοντας είτε φωτεινά χρώματα, είτε πλαστικοποιώντας την εργασία μας προτού διπλωθεί. Το toner και πάλι θα σπάσει αλλά η πλαστικοποίηση θα το κρατήσει στη θέση του.
Στην περίπτωση που η εργασία μας είναι folder, προτιμάμε τη δημιουργία ράχης, αφού δύο πικμάνσεις των 90ο είναι καλύτερες από μία των 180ο. Επίσης, σε βαριά χαρτιά, θα ήταν ιδανικό η πίκμανση να γίνεται παράλληλα με τα νερά του χαρτιού, κάτι το οποίο μπορεί να μας κοστίσει ακριβότερα λόγω μεγαλύτερης φύρας.
Οι εκτυπώσεις από κάποιες μηχανές μπορεί να φέρουν κάποιους περιορισμούς. Για παράδειγμα οι εκτυπώσεις της iGen δεν πλαστικοποιούνται (τουλάχιστον όχι ικανοποιητικά), ενώ οι εκτυπώσεις σε Xeikon μηχανή δεν μπορούν να γίνουν βιβλιοδεσία ραφτό-κολλητό.

Εν κατακλείδι

Τα πράγματα δεν είναι τόσο τραγικά όσο φαίνονται. Οι ψηφιακές μηχανές έχουν φτάσει σε πολύ καλό επίπεδο και εξελίσσονται μέρα με τη μέρα. Εωσότου λοιπόν οι εταιρείες αναβαθμίσουν τόσο της μηχανές τους όσο και τα υλικά που χρησιμοποιούν, θα πρέπει να είμαστε σε συνεχή επικοινωνία με το τυπογραφείο μας.
Ας δώσουμε στον εκτυπωτή μας (τον άνθρωπο) μία ευκαιρία και να γίνει ο καλύτερός μας φίλος αφού και αυτός, μαζί με εμάς, μαθαίνει τις δυνατότητες της μηχανής του σε θέματα ποιότητας. Πολλές φορές μάλιστα, αυτοί που λύνουν τα προβλήματα είναι οι μάστορες παρά οι ίδιες οι κατασκευάστριες εταιρείες!
Κείμενο, φωτογραφίες: 


Σχετικά άρθρα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου