Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

Graphic Design & Ψυχολογία της Gestalt


Αγγελική Μιχαλοπούλου Καρρά
Graphic Designer

// Ένας από τους σημαντικότερους μουσικούς του περασμένου αιώνα ο “Νονός της Soul” μουσικής James Brown είχε πει ότι για να μπορέσει να γίνει κάποιος σπουδαίος μουσικός θα πρέπει να μάθει πρώτα να ακούει και μετά να δημιουργεί. Η συγκεκριμένη άποψη δεν θα μπορούσε να είναι λιγότερο αληθής και στην περίπτωση του graphic design. Για να μπορέσει κάποιος να γίνει αποτελεσματικός graphic designer θα πρέπει πρώτα να μάθει να βλέπει.

Η λειτουργία της όρασης όμως δεν έχει να κάνει μόνο με την οπτική αποτύπωση των εικόνων αλλά και με την επεξεργασία τους από τον ανθρώπινο εγκέφαλο, αυτό δηλαδή που ονομάζουμε αντίληψη. Στο βιβλίο του, “Η κριτική του καθαρού λόγου” ο Immanuel Kant αναφέρει ότι η αντίληψη, όπως και η γνωστική λειτουργία μπορεί να είναι σύμφωνη με τα αντικείμενα που παρατηρούμε αλλά παράλληλα δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που τα ίδια τα αντικείμενα συμμορφώνονται ανάλογα με την διαμορφωμένη μας αντίληψη.

Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι δυσκολεύονται στο να διακρίνουν την σχέση όλων αυτών με το graphic design ακόμα και σήμερα. Οι θεωρίες του Kant προετοίμασαν το έδαφος για την μετέπειτα άνθηση της Πειραματικής Ψυχολογίας της Σχολής του Βερολίνου και οδήγησαν στην διατύπωση των βασικών αρχών της Ψυχολογίας της Gestalt. Οι αρχές αυτές αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της θεωρητικής κατάρτισης αλλά και της εφαρμοσμένης πρακτικής ενός σχεδιαστή. Η επιτομή της θεωρίας της Gestalt, αποτυπώνεται με Λακωνικό τρόπο στα λόγια του Γερμανού ψυχολόγου Kurt Koffka: “Το όλον είναι διαφορετικό από το άθροισμα των επιμέρους στοιχείων του”. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι όταν βλέπουμε μια ομάδα αντικειμένων, αντιλαμβανόμαστε το σύνολό τους προτού να δούμε τα επιμέρους στοιχεία που το απαρτίζουν. Βλέπουμε το σύνολο ως κάτι περισσότερο από το άθροισμα των μερών. Ακόμη και όταν τα μέρη είναι εντελώς ξεχωριστές οντότητες, αντιλαμβανόμαστε την ομάδα τους ως κάποιο σύνολο.



Η θεωρία της Gestalt και το αντίκτυπο που αυτή είχε στο design, αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης για αρκετές δεκαετίες και συνεχίζει να αποτελεί ένα βασικό εφόδιο γνώσης για έναν γραφίστα. Μπορεί η είσοδος των ηλεκτρονικών υπολογιστών να απλοποίησε σε μεγάλο βαθμό την παραγωγική διαδικασία για έναν σχεδιαστή, αλλά όπως ακριβώς τα μυθιστορήματα δεν γράφονται μόνα τους σε έναν επεξεργαστή κειμένου έτσι και το design παράγεται πρώτα στο μυαλό του δημιουργού και στη συνέχεια αποτυπώνεται και αποκτά υλική υπόσταση με την βοήθεια των εκάστοτε εργαλείων. Ο σχεδιαστής, μέσω του έργου του, απευθύνεται στοχευμένα σε ένα κοινό που ζει, αναπνέει, αισθάνεται, ονειρεύεται και αλληλεπιδρά με το περιβάλλον του, έμψυχο ή άψυχο. Η αλληλεπίδραση αυτή είναι η προβολή της ψυχοσύνθεσης του κάθε ατόμου. Ένας σχεδιαστής για να μπορεί να ανταποκριθεί στην απαίτηση για οπτική επικοινωνία με το κοινό του, θα πρέπει να γνωρίζει τις βασικές αρχές και τους κανόνες που την διέπουν. Είναι, εν κατακλείδι, ουσιαστικό να αντιλαμβάνεται τον τρόπο που ο κάθε ένας από εμάς “βλέπει”.

Αναφορικά με το design, η θεωρία της Gestalt επιχειρεί να περιγράψει το πώς οι άνθρωποι τείνουν να οργανώνουν οπτικά στοιχεία σε ομάδες ή ενιαία σύνολα εφαρμόζοντας ορισμένες αρχές. Οι βασικότερες από αυτές είναι οι αρχές της:

Similarity - Ομοιότητας 
Continuation - Συνέχειας 
Closure - Κλειστότητας 
Proximity - Εγγύτητας 
Figure/Ground - Εικόνας/Παρασκηνίου 
Symmetry and Order - Συμμετρίας και Τάξης 

Όπως αναφέρει και η Κουβανικής καταγωγής, Αμερικανίδα συγγραφέας, Anaïs Nin, με μία πιο ποιητική διάθεση “δεν βλέπουμε τα πράγματα όπως αυτά είναι, τα βλέπουμε όπως εμείς είμαστε”.



// Η ψυχολογία της Gestalt και η σχέση της με το Graphic Design σίγουρα δεν μπορεί να εξαντληθεί μέσα από τους λίγους πρακτικούς κανόνες και αρχές που έχουν αναφερθεί και κατά το παρελθόν, όμως αξίζει να ρίξουμε μία πιο αναλυτική ματιά σε κάποιες από αυτές.

Σύμφωνα με την αρχή της ομοιότητας, όταν τα επιμέρους οπτικά στοιχεία μιας εικόνας μοιάζουν μεταξύ τους, ο θεατής έχει την τάση να τα εκλαμβάνει ως μέρος μιας ομάδας ή ενός ενιαίου συνόλου, δημιουργώντας ενδόμυχα ένα μοτίβο. Η ομοιότητα μεταξύ των διαφόρων στοιχείων μπορεί να αφορά το σχήμα, το χρώμα, το μέγεθος ή την υφή τους. Η αίσθηση της συνοχής και του ενιαίου συνόλου ενισχύεται όσο αυξάνει η ομοιότητα ανάμεσα στα επιμέρους οπτικά στοιχεία και όσο αυτή δεν περιορίζεται σε ένα μόνο πεδίο. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που η αρχή της ομοιότητας λειτουργεί και αντίστροφα. Η παρουσία ενός ιδιαίτερου στοιχείου μπορεί να τονιστεί όταν διαφέρει από τα γειτονικά του, διακόπτοντας το κοινό μοτίβο που αυτά δημιουργούν. Η περίπτωση αυτή ονομάζεται ανωμαλία και μπορεί να έχει πολλαπλάσιο οπτικό αντίκτυπο όταν χρησιμοποιηθεί σωστά.

Η αρχή της συνέχειας, που είναι κοινή και για άλλες μορφές εφαρμοσμένης τέχνης όπως η φωτογραφία, αφορά την τάση του ματιού μας να συντάσσεται κατά μήκος μιας διαδρομής, ευθείας ή καμπύλης, έτσι ώστε να δημιουργείται η αίσθηση της συνέχειας και όχι της εικόνας που απαρτίζεται από πολλές ξεχωριστές γραμμές. Η αρχή αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί όταν ο γραφίστας θέλει να κατευθύνει ομαλά την προσοχή του θεατή από ένα σημείο της σύνθεσης του σε ένα άλλο. Στην περίπτωση αυτή διατηρείται η συνέχεια και η αρμονία της σύνθεσης έστω και αν τα σημεία ενδιαφέροντος διακόπτονται από άλλα στοιχεία ή γραμμές ή παρουσιάζουν ετερόκλιτο χαρακτήρα.

Ένα ακόμα όπλο στη φαρέτρα του σχεδιαστή οπτικής επικοινωνίας είναι η τάση της ανθρώπινης αντίληψης να πλάθει εικονικά κλειστά σχήματα ακόμα και εκεί που αυτά απουσιάζουν ή όταν το μάτι δεν διακρίνει σαφή περιγράμματα. Η τεχνική αυτή της κλειστότητας βρίσκει συχνά εφαρμογή στην σχεδίαση λογοτύπων ή στην τεχνοτροπία του stencil. Ακόμα και όταν ένα αντικείμενο είναι ελλιπές ή ένας χώρος δεν είναι κλειστός, το ανθρώπινο μυαλό έχει την τάση να βάζει όρια και να δημιουργεί κλειστούς χώρους συμπληρώνοντας από μόνο του τις πληροφορίες που απουσιάζουν. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται η αντίληψη ενός πλήρους και με σαφήνεια ορισμένου σχήματος ή αντικειμένου γενικότερα.

Ο ανθρώπινος νους συνηθίζει να εκλαμβάνει ως ομάδα ένα σύνολο αντικειμένων όταν αυτά βρίσκονται σε στενή διάταξη, ενώ αν επιπλέον τα αντικείμενα αυτά είναι και παρόμοια μεταξύ τους, τότε τείνουν να γίνονται αντιληπτά ως ένα ενιαίο σύνολο, ακόμα κι αν είναι ξεχωριστά στοιχεία. Σύμφωνα λοιπόν με την αρχή της εγγύτητας η ομαδοποίηση αυτή μπορεί να επιτευχθεί με αρκετούς τρόπους, λαμβάνοντας υπ όψιν διαφορετικές ιδιότητες των αντικειμένων όπως είναι το σχήμα, το χρώμα, η υφή, το μέγεθος ή οποιοδήποτε άλλο οπτικό χαρακτηριστικό.

Οι περισσότεροι από εμάς είναι εξοικειωμένοι με μια ακόμα αρχή της ψυχολογίας της Gestalt, αυτή της σχέσης ανάμεσα στην εικόνα και το παρασκήνιο. Η αρχή αυτή περιγράφει την τάση που έχουμε όταν παρατηρούμε μία εικόνα στο να ξεχωρίζουμε τα αντικείμενα από το υπόβαθρο μέσα στο οποίο βρίσκονται. Ένα κλασικό παράδειγμα είναι αυτό της εικόνας ενός κηροπήγιου το οποίο χωρίζει δυο πρόσωπα που κοιτάζουν το ένα το άλλο. Η ανθρώπινη αντίληψη διαχωρίζει την εικόνα σε δυο διαφορετικά επίπεδα εστίασης, ένα για το αντικείμενο που τοποθετείται ουσιαστικά στο προσκήνιο και ένα δεύτερο που αφορά το φόντο του. Η αρχή αυτή βρίσκει συχνά εφαρμογή στη δημιουργία εικόνων που μοιάζουν σαν να ξεπηδούν μέσα από μια σειρά από σχήματα χρησιμοποιώντας τις ιδιότητες του φωτός και την αλληλεπίδραση του με τις σκιές.

Συνοψίζοντας, τα παραπάνω βρίσκουν πρακτική εφαρμογή μέσα από την αρχή της συμμετρίας και της τάξης. Με βάση αυτήν την αρχή, κάθε σύνθεση θα πρέπει να παρέχει στον θεατή μια αίσθηση τάξης και ισορροπίας, έτσι ώστε να μπορεί με ευκολία να εστιάζει στο μήνυμα της σύνθεσης. Σε διαφορετική περίπτωση δημιουργείται η αίσθηση της διαταραχής και της ανισορροπίας, ενώ ο θεατής χάνει χρόνο προσπαθώντας να εντοπίσει και να αποκρυπτογραφήσει τα μηνύματα χωρίς όμως τελικά να τα καταφέρνει.


Σχετικά άρθρα


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου